αποικίζω
•
- ιδρύω αποικία Βικιλεξικό
- εγκαθιστώ αποίκους σε έναν τόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποικίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποικίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποικίζω | αποικίζεις | αποικίζει | αποικίζουμε | αποικίζετε | αποικίζουν / αποικίζουνε |
| Παρατατικός | αποίκιζα | αποίκιζες | αποίκιζε | αποικίζαμε | αποικίζατε | αποίκιζαν / αποικίζαν / αποικίζανε |
| Αόριστος | αποίκισα | αποίκισες | αποίκισε | αποικίσαμε | αποικίσατε | αποίκισαν / αποικίσαν / αποικίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποικίζω / θα αποικίσω | θα αποικίζεις / θα αποικίσεις | θα αποικίζει / θα αποικίσει | θα αποικίζουμε / θα αποικίσουμε | θα αποικίζετε / θα αποικίσετε | θα αποικίζουν / θα αποικίζουνε / θα αποικίσουν / θα αποικίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποικίσει | έχεις αποικίσει | έχει αποικίσει | έχουμε αποικίσει | έχετε αποικίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποικίσει | είχες αποικίσει | είχε αποικίσει | είχαμε αποικίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποικίσει / να αποικίζω / να αποικίσω | να έχεις αποικίσει / να αποικίζεις / να αποικίσεις | να έχει αποικίσει / να αποικίζει / να αποικίσει | να έχουμε αποικίσει / να αποικίζουμε / να αποικίσουμε | να έχετε αποικίσει / να αποικίζετε / να αποικίσετε | να αποικίζουν / να αποικίζουνε / να αποικίσουν / να αποικίσουνε |
| Προστακτική | — | αποίκιζε / αποίκισε | — | — | αποικίζετε / αποικίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →