Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποικιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στις ή προέρχεται από τις αποικίες Βικιλεξικό
    • Ο λόγος περί οριενταλισμού – ενός καλλιτεχνικού κινήματος, το οποίο έφτασε στο αποκορύφωμά του τον 19ο αιώνα σχεδόν ταυτόχρονα με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την άνοδο των γαλλικών και βρετανικών αποικιακών φιλοδοξιών στον αραβόφωνο κόσμο – που έφερε τις περιοχές που βρίσκονται νοτίως της Μεσογείου και ανατολικά της Ελλάδας στο επίκεντρο της φαντασίας του δυτικού κόσμου όπως ποτέ άλλοτε. (Πώς η Τέχνη παράγει στερεότυπα – Τι είναι ο οριενταλισμός, Τα Νέα, 17/10/2020 https://www.tanea.gr/2020/10/17/lifearts/pos-i-texni-paragei-stereotypa-ti-einai-o-orientalismos/)
  2. αρχιτεκτονικήκτίσμα με αποικιακή αναφορά Βικιλεξικό
  3. βιολογίαπου αφορά κυτταρικές αποικίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποικιακός < αποικία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποικιακόςαποικιακήαποικιακό
Γενικήαποικιακούαποικιακήςαποικιακού
Αιτιατικήαποικιακόαποικιακήαποικιακό
Κλητικήαποικιακέαποικιακήαποικιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποικιακοίαποικιακέςαποικιακά
Γενικήαποικιακώναποικιακώναποικιακών
Αιτιατικήαποικιακούςαποικιακέςαποικιακά
Κλητικήαποικιακοίαποικιακέςαποικιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →