αποικοδομητής
•
- χημείααυτός που επιχειρεί αποικοδόμηση Βικιλεξικό
- βιολογίαο οποιοσδήποτε σαρκοτροφικός οργανισμός (π.χ. μύκητας ή βακτήριο) που διασπά οργανικές ενώσεις σε ανόργανα υλικά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποικοδομητής < αποικοδομώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποικοδομητής | αποικοδομητές |
| Γενική | αποικοδομητή | αποικοδομητών |
| Αιτιατική | αποικοδομητή | αποικοδομητές |
| Κλητική | αποικοδομητή | αποικοδομητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →