Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκαλοκαιρινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το αποκαλόκαιρο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκαλοκαιρινός < αποκαλόκαιρο + -ινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκαλοκαιρινόςαποκαλοκαιρινή / αποκαλοκαιρινηαποκαλοκαιρινο / αποκαλοκαιρινό
Γενικήαποκαλοκαιρινούαποκαλοκαιρινήςαποκαλοκαιρινού
Αιτιατικήαποκαλοκαιρινόαποκαλοκαιρινήαποκαλοκαιρινό
Κλητικήαποκαλοκαιρινέαποκαλοκαιρινήαποκαλοκαιρινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκαλοκαιρινοίαποκαλοκαιρινέςαποκαλοκαιρινά
Γενικήαποκαλοκαιρινώναποκαλοκαιρινώναποκαλοκαιρινών
Αιτιατικήαποκαλοκαιρινούςαποκαλοκαιρινέςαποκαλοκαιρινά
Κλητικήαποκαλοκαιρινοίαποκαλοκαιρινέςαποκαλοκαιρινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →