αποκαλυπτήρια
•
- ειδική τελετή παρουσίασης στο κοινό ενός έργου τέχνης ή ενός μνημείου Βικιλεξικό
- Έχουν στήσει στην πλατεία ένα άγαλμα — στη μέση ακριβώς, θα κάνουν φαίνεται τ' αποκαλυπτήρια κανενός ήρωα για την επέτειο. (Λούλα Αναγνωστάκη (1999) Η παρέλαση [θεατρικό])
- γενικότερααποκαλύψεις, δημοσιοποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκαλυπτήρια < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αποκαλυπτήριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκαλυπτήρια | αποκαλυπτήρια |
| Γενική | — | αποκαλυπτήριων / αποκαλυπτηρίων |
| Αιτιατική | — | αποκαλυπτήρια |
| Κλητική | — | αποκαλυπτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →