αποκαλυπτικότητα
•
- η ιδιότητα του αποκαλυπτικού, το να αποκαλύπτεται κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκαλυπτικότητα < αποκαλυπτικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκαλυπτικότητα | αποκαλυπτικότητες |
| Γενική | αποκαλυπτικότητας | αποκαλυπτικοτήτων |
| Αιτιατική | αποκαλυπτικότητα | αποκαλυπτικότητες |
| Κλητική | αποκαλυπτικότητα | αποκαλυπτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →