αποκαλόγερος
•
- σπάνιοπρώην καλόγερος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκαλόγερος < απο- + καλόγερος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκαλόγερος | αποκαλόγεροι |
| Γενική | αποκαλόγερου | αποκαλόγερων |
| Αιτιατική | αποκαλόγερο | αποκαλόγερους |
| Κλητική | αποκαλόγερε | αποκαλόγεροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →