αποκαλώ
•
- ονομάζω κάποιον ή κάτι με ένα προσωνύμιο, παρατσούκλι ή χαρακτηρισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκαλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποκαλέω / ἀποκαλῶ. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + καλώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκαλώ | αποκαλείς | αποκαλεί | αποκαλούμε | αποκαλείτε | αποκαλούν / αποκαλούνε |
| Παρατατικός | αποκαλούσα | αποκαλούσες | αποκαλούσε | αποκαλούσαμε | αποκαλούσατε | αποκαλούσαν / αποκαλούσανε |
| Αόριστος | αποκάλεσα | αποκάλεσες | αποκάλεσε | αποκαλέσαμε | αποκαλέσατε | αποκάλεσαν / αποκαλέσαν / αποκαλέσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκαλέσω / θα αποκαλώ | θα αποκαλέσεις / θα αποκαλείς | θα αποκαλέσει / θα αποκαλεί | θα αποκαλέσουμε / θα αποκαλούμε | θα αποκαλέσετε / θα αποκαλείτε | θα αποκαλέσουν / θα αποκαλέσουνε / θα αποκαλούν / θα αποκαλούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκαλέσει | έχεις αποκαλέσει | έχει αποκαλέσει | έχουμε αποκαλέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκαλέσει | είχες αποκαλέσει | είχε αποκαλέσει | είχαμε αποκαλέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκαλέσει / να αποκαλέσω / να αποκαλώ | να έχεις αποκαλέσει / να αποκαλέσεις / να αποκαλείς | να έχει αποκαλέσει / να αποκαλέσει / να αποκαλεί | να έχουμε αποκαλέσει / να αποκαλέσουμε / να αποκαλούμε | να αποκαλέσετε / να αποκαλείτε | να αποκαλέσουν / να αποκαλέσουνε / να αποκαλούν / να αποκαλούνε |
| Προστακτική | — | αποκάλεσε | — | — | αποκαλέστε / αποκαλείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποκλήθηκααποκαλούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →