αποκαρώνω
•
- περιπίπτω σε λήθαργο «η ζέστη με αποκάρωσε» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκαρώνω < από + κάρος (νάρκη)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκαρώνω | αποκαρώνεις | αποκαρώνει | αποκαρώνουμε | αποκαρώνετε | αποκαρώνουν / αποκαρώνουνε |
| Παρατατικός | αποκάρωνα | αποκάρωνες | αποκάρωνε | αποκαρώναμε | αποκαρώνατε | αποκάρωναν / αποκαρώναν / αποκαρώνανε |
| Αόριστος | αποκάρωσα | αποκάρωσες | αποκάρωσε | αποκαρώσαμε | αποκαρώσατε | αποκάρωσαν / αποκαρώσαν / αποκαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκαρώνω / θα αποκαρώσω | θα αποκαρώνεις / θα αποκαρώσεις | θα αποκαρώνει / θα αποκαρώσει | θα αποκαρώνουμε / θα αποκαρώσουμε | θα αποκαρώνετε / θα αποκαρώσετε | θα αποκαρώνουν / θα αποκαρώνουνε / θα αποκαρώσουν / θα αποκαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκαρώσει | έχεις αποκαρώσει | έχει αποκαρώσει | έχουμε αποκαρώσει | έχετε αποκαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκαρώσει | είχες αποκαρώσει | είχε αποκαρώσει | είχαμε αποκαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκαρώσει / να αποκαρώνω / να αποκαρώσω | να έχεις αποκαρώσει / να αποκαρώνεις / να αποκαρώσεις | να έχει αποκαρώσει / να αποκαρώνει / να αποκαρώσει | να έχουμε αποκαρώσει / να αποκαρώνουμε / να αποκαρώσουμε | να έχετε αποκαρώσει / να αποκαρώνετε / να αποκαρώσετε | να αποκαρώνουν / να αποκαρώνουνε / να αποκαρώσουν / να αποκαρώσουνε |
| Προστακτική | — | αποκάρωνε / αποκάρωσε | — | — | αποκαρώνετε / αποκαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →