αποκατασταίνω
•
- επαναφέρω κάποιον\κάτι κάτι στην προηγούμενη κατάστασή του, επανορθώνω ένα λάθος, μια αδικία διορθώνω μια βλάβη, Βικιλεξικό
- Ο Κολοκοτρώνης αμνηστεύτηκε και αποκαταστάθηκε στα αξιώματά του το 1825
- Μετά την αθώωσή του αποκαταστάθηκε στα μάτια του κόσμου
- Αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις των δύο υπουργών ύστερα από παρέμβαση του πρωθυπουργού
- Αποκαταστάθηκε η βλάβη/η συγκοινωνία/το μνημείο/το κτήριο
- παντρεύω μια γυναίκα (παλιότερα), σήμερα χρησιμοποιείται ως αστεϊσμός και για τα δύο φύλα Βικιλεξικό
- Πότε θα αποκαταστήσεις τον Παύλο; Δυο χρόνια τον έχεις εκτεθειμένο
Ετυμολογία
αποκατασταίνω < μεσαιωνικό ρήμα ἀποκατασταίνω < ἀποκαθιστάνω < ἀποκαθίστημι
Άλλοι τύποι
αποκαθίσταμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →