αποκατεστημένος
•
- που έχει αποκατασταθεί οικονομικά, που έχει οικονομική ευρωστία, άνεση, που δεν έχει οικονομικά προβλήματα Βικιλεξικό
- για γυναίκαπου έχει παντρευτεί, με την έννοια της οικονομικής αποκατάστασης αλλά και της κοινωνικής -δεν θεωρείτο πλέον περιθωριακή ως γεροντοκόρη, εντασσόταν στο κοινωνικό σύνολο και αποκαθίστατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκατεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκαθιστώ
Άλλοι τύποι
αποκαταστημένοςαποκατεστημένααποκατεστημένεαποκατεστημένεςαποκατεστημένηαποκατεστημένηςαποκατεστημένοαποκατεστημένοιαποκατεστημένοςαποκατεστημένουαποκατεστημένουςαποκατεστημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →