Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκατεστημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει αποκατασταθεί οικονομικά, που έχει οικονομική ευρωστία, άνεση, που δεν έχει οικονομικά προβλήματα Βικιλεξικό
  2. για γυναίκαπου έχει παντρευτεί, με την έννοια της οικονομικής αποκατάστασης αλλά και της κοινωνικής -δεν θεωρείτο πλέον περιθωριακή ως γεροντοκόρη, εντασσόταν στο κοινωνικό σύνολο και αποκαθίστατο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκατεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκαθιστώ

Άλλοι τύποι

αποκαταστημένοςαποκατεστημένααποκατεστημένεαποκατεστημένεςαποκατεστημένηαποκατεστημένηςαποκατεστημένοαποκατεστημένοιαποκατεστημένοςαποκατεστημένουαποκατεστημένουςαποκατεστημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →