αποκλείω
•
- εμποδίζω την είσοδο σε κάποιο μέρος ή την έξοδο απ’ αυτό Βικιλεξικό
- εμποδίζω κάποιον να λάβει μέρος σε κάτι Βικιλεξικό
- εμποδίζω, απαγορεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκλείω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποκλείω < ἀπό (απο-) + κλείω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκλείω | αποκλείεις | αποκλείει | αποκλείουμε | αποκλείετε | αποκλείουν / αποκλείουνε |
| Παρατατικός | απέκλεια | απέκλειες | απέκλειε | αποκλείαμε | αποκλείατε | απέκλειαν / αποκλείαν / αποκλείανε |
| Αόριστος | απέκλεισα | απέκλεισες | απέκλεισε | αποκλείσαμε | αποκλείσατε | απέκλεισαν / αποκλείσαν / αποκλείσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκλείσω / θα αποκλείω | θα αποκλείεις / θα αποκλείσεις | θα αποκλείει / θα αποκλείσει | θα αποκλείουμε / θα αποκλείσουμε | θα αποκλείετε / θα αποκλείσετε | θα αποκλείουν / θα αποκλείουνε / θα αποκλείσουν / θα αποκλείσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκλείσει | έχεις αποκλείσει | έχει αποκλείσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκλείσει | είχες αποκλείσει | είχε αποκλείσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκλείσει / να αποκλείσω / να αποκλείω | να έχεις αποκλείσει / να αποκλείεις / να αποκλείσεις | να έχει αποκλείσει / να αποκλείει / να αποκλείσει | να αποκλείουμε / να αποκλείσουμε | να αποκλείετε / να αποκλείσετε | να αποκλείουν / να αποκλείουνε / να αποκλείσουν / να αποκλείσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποκλεισένο / απόκλειε / απόκλεισε | — | — | αποκλείετε / αποκλείστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →