αποκλειστικά
•
- κατ’ αποκλειστικό τρόπο, κατ’ αποκλειστικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκλειστικά < αποκλειστικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
αποκλειστικά < αποκλειστικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →