αποκληρώνω
•
- αποκλείω κάποιον από την κληρονομιά, από το κομμάτι της κληρονομιάς που τού αναλογεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκληρώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποκληρ(ῶ) / ἀποκληρ(όω) + -ώνω < ἀπόκληρος → και δείτε τις λέξεις ἀπό και κλῆρος. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + κληρώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκληρώνω | αποκληρώνεις | αποκληρώνει | αποκληρώνουμε | αποκληρώνετε | αποκληρώνουν / αποκληρώνουνε |
| Παρατατικός | αποκλήρωνα | αποκλήρωνες | αποκλήρωνε | αποκληρώναμε | αποκληρώνατε | αποκλήρωναν / αποκληρώναν / αποκληρώνανε |
| Αόριστος | αποκλήρωσα | αποκλήρωσες | αποκλήρωσε | αποκληρώσαμε | αποκληρώσατε | αποκλήρωσαν / αποκληρώσαν / αποκληρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκληρώνω / θα αποκληρώσω | θα αποκληρώνεις / θα αποκληρώσεις | θα αποκληρώνει / θα αποκληρώσει | θα αποκληρώνουμε / θα αποκληρώσουμε | θα αποκληρώνετε / θα αποκληρώσετε | θα αποκληρώνουν / θα αποκληρώνουνε / θα αποκληρώσουν / θα αποκληρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκληρώσει | έχεις αποκληρώσει | έχει αποκληρώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκληρώσει | είχες αποκληρώσει | είχε αποκληρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκληρώσει / να αποκληρώνω / να αποκληρώσω | να έχεις αποκληρώσει / να αποκληρώνεις / να αποκληρώσεις | να έχει αποκληρώσει / να αποκληρώνει / να αποκληρώσει | να αποκληρώνουμε / να αποκληρώσουμε | να αποκληρώνετε / να αποκληρώσετε | να αποκληρώνουν / να αποκληρώνουνε / να αποκληρώσουν / να αποκληρώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποκληρωμένο / αποκλήρωνε / αποκλήρωσε | — | — | αποκληρώνετε / αποκληρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποκληρώθηκααποκληρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →