Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκλιμακούμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. όταν αποκλιμακωθεί, αφού, εφόσον αποκλιμακωθεί σε μια ορισμένη στιγμή στο μέλλον, με προϋπόθεση να αποκλιμακωθεί Βικιλεξικό
    • Θα μπορέσουν να συζητήσουν, αποκλιμακουμένης όμως της έντασης που τώρα καθιστά κάθε συνεννόηση αδύνατη
  2. που αποκλιμακώνονται τώρα Βικιλεξικό
    • Αποκλιμακούμενα τα επιτόκια, ελευθερώνουν τις δυνάμεις της...
    • Παράλληλα, αποκλιμακούμενα βαίνουν αυτή την ώρα και τα spreads
  3. όταν ή επειδή αποκλιμακώθηκε σε κάποια ορισμένη χρονική στιγμή του παρελθόντος Βικιλεξικό
    • αποκλιμακουμένης της έντασης, οι δύο ηγέτες τελικά συναντήθηκαν

Ετυμολογία

αποκλιμακούμενος < λόγια μετοχή παθητικού ενεστώτα αποκλιμακώνομαι

Άλλοι τύποι

αποκλιμακούμενααποκλιμακούμενεαποκλιμακούμενεςαποκλιμακούμενηαποκλιμακούμενηςαποκλιμακούμενοαποκλιμακούμενοιαποκλιμακούμενοςαποκλιμακούμενουαποκλιμακούμενουςαποκλιμακούμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →