αποκλιμακούμενος
•
- όταν αποκλιμακωθεί, αφού, εφόσον αποκλιμακωθεί σε μια ορισμένη στιγμή στο μέλλον, με προϋπόθεση να αποκλιμακωθεί Βικιλεξικό
- Θα μπορέσουν να συζητήσουν, αποκλιμακουμένης όμως της έντασης που τώρα καθιστά κάθε συνεννόηση αδύνατη
- που αποκλιμακώνονται τώρα Βικιλεξικό
- Αποκλιμακούμενα τα επιτόκια, ελευθερώνουν τις δυνάμεις της...
- Παράλληλα, αποκλιμακούμενα βαίνουν αυτή την ώρα και τα spreads
- όταν ή επειδή αποκλιμακώθηκε σε κάποια ορισμένη χρονική στιγμή του παρελθόντος Βικιλεξικό
- αποκλιμακουμένης της έντασης, οι δύο ηγέτες τελικά συναντήθηκαν
Ετυμολογία
αποκλιμακούμενος < λόγια μετοχή παθητικού ενεστώτα αποκλιμακώνομαι
Άλλοι τύποι
αποκλιμακούμενααποκλιμακούμενεαποκλιμακούμενεςαποκλιμακούμενηαποκλιμακούμενηςαποκλιμακούμενοαποκλιμακούμενοιαποκλιμακούμενοςαποκλιμακούμενουαποκλιμακούμενουςαποκλιμακούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →