Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκοιμιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με την αποκοίμιση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκοιμιστικός < αποκοιμίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκοιμιστικόςαποκοιμιστικήαποκοιμιστικό
Γενικήαποκοιμιστικούαποκοιμιστικήςαποκοιμιστικού
Αιτιατικήαποκοιμιστικόαποκοιμιστικήαποκοιμιστικό
Κλητικήαποκοιμιστικέαποκοιμιστικήαποκοιμιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκοιμιστικοίαποκοιμιστικέςαποκοιμιστικά
Γενικήαποκοιμιστικώναποκοιμιστικώναποκοιμιστικών
Αιτιατικήαποκοιμιστικούςαποκοιμιστικέςαποκοιμιστικά
Κλητικήαποκοιμιστικοίαποκοιμιστικέςαποκοιμιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →