αποκοιμιστικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με την αποκοίμιση, αναφέρεται σ' αυτή ή συμβάλλει σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκοιμιστικός < αποκοιμίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκοιμιστικός | αποκοιμιστική | αποκοιμιστικό |
| Γενική | αποκοιμιστικού | αποκοιμιστικής | αποκοιμιστικού |
| Αιτιατική | αποκοιμιστικό | αποκοιμιστική | αποκοιμιστικό |
| Κλητική | αποκοιμιστικέ | αποκοιμιστική | αποκοιμιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκοιμιστικοί | αποκοιμιστικές | αποκοιμιστικά |
| Γενική | αποκοιμιστικών | αποκοιμιστικών | αποκοιμιστικών |
| Αιτιατική | αποκοιμιστικούς | αποκοιμιστικές | αποκοιμιστικά |
| Κλητική | αποκοιμιστικοί | αποκοιμιστικές | αποκοιμιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →