αποκολλώ
•
- αποσυνδέω δύο -μέχρι τότε- κολλημένα πράγματα Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιώχνω, απομακρύνω κάτι από κάπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκολλώ < (ελληνιστική κοινή) / ἀποκολλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκολλάω / αποκολλώ | αποκολλάς | αποκολλά / αποκολλάει | αποκολλάμε / αποκολλούμε | αποκολλάτε | αποκολλάν / αποκολλάνε / αποκολλούν / αποκολλούνε |
| Παρατατικός | αποκολλούσα | αποκολλούσες | αποκολλούσε | αποκολλούσαμε | αποκολλούσατε | αποκολλούσαν / αποκολλούσανε |
| Αόριστος | αποκόλλησα | αποκόλλησες | αποκόλλησε | αποκολλήσαμε | αποκολλήσατε | αποκολλήσαν / αποκολλήσανε / αποκόλλησαν |
| Μέλλοντας | θα αποκολλάω / θα αποκολλήσω / θα αποκολλώ | θα αποκολλάς / θα αποκολλήσεις | θα αποκολλά / θα αποκολλάει / θα αποκολλήσει | θα αποκολλάμε / θα αποκολλήσουμε / θα αποκολλούμε | θα αποκολλάτε / θα αποκολλήσετε | θα αποκολλάν / θα αποκολλάνε / θα αποκολλήσουν / θα αποκολλήσουνε / θα αποκολλούν / θα αποκολλούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκολλήσει | έχεις αποκολλήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκολλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκολλήσει / να αποκολλάω / να αποκολλήσω / να αποκολλώ | να έχεις αποκολλήσει / να αποκολλάς / να αποκολλήσεις | να αποκολλά / να αποκολλάει / να αποκολλήσει | να αποκολλάμε / να αποκολλήσουμε / να αποκολλούμε | να αποκολλάτε / να αποκολλήσετε | να αποκολλάν / να αποκολλάνε / να αποκολλήσουν / να αποκολλήσουνε / να αποκολλούν / να αποκολλούνε |
| Προστακτική | — | αποκόλλα / αποκόλλαγε / αποκόλλησε | — | — | αποκολλάτε / αποκολλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →