αποκοντά
•
- ιδιωματικόαπό κοντά, από δίπλα Βικιλεξικό
- Καθώς περπατούσε περαδώθε με μιαν άλλη, κάποιος νέος τις είχε αποκοντά και κάτι τους έλεγε κι αυτές γελούσαν. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1923) Η Αννιώ [διήγημα])
Ετυμολογία
αποκοντά < μεσαιωνική ελληνική αποκοντά < από + κοντά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →