Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκοπή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκόπτω Βικιλεξικό
    • Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα πεντακοσάρικο μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που τούλεγε η καρδιά του, να στεφανωθή τη Βεργινία. (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
  2. γραμματικήη αποβολή του τελικού φωνήεντος μιας λέξης μπροστά από το αρχικό φωνήεν της επόμενης λέξης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκοπή < αρχαία ελληνική ἀποκοπή < ἀποκόπτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποκοπήαποκοπές
Γενικήαποκοπήςαποκοπών
Αιτιατικήαποκοπήαποκοπές
Κλητικήαποκοπήαποκοπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →