Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκοτάω

ρήμα
•
  1. λογοτεχνικόφέρομαι με αποκοτιά, αποτολμώ Βικιλεξικό
    • Το τσούρμο πέρασε, δεν αποκότησε να χτυπήσει την πόρτα μας, πήραν κατά το γιοφύρι, χάθηκαν. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)

Ετυμολογία

αποκοτάω < αποκοτ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀποκοτῶ < ἀπόκοτος

Άλλοι τύποι

αποκοτώ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →