αποκοτιά
•
- η απερισκεψία Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάαπερίσκεπτη, παράτολμη πράξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκοτιά < απόκοτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκοτιά | αποκοτιές |
| Γενική | αποκοτιάς | αποκοτιών |
| Αιτιατική | αποκοτιά | αποκοτιές |
| Κλητική | αποκοτιά | αποκοτιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →