Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκουκουλώνω

ρήμα
•
  1. σπάνιοκουκουλώνω εντελώς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκουκουλώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀποκουκουλίζω / ἀποκουκουλῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποκουκουλώνωαποκουκουλώνειςαποκουκουλώνειαποκουκουλώνουμεαποκουκουλώνετεαποκουκουλώνουν / αποκουκουλώνουνε
Παρατατικόςαποκουκούλωνααποκουκούλωνεςαποκουκούλωνεαποκουκουλώναμεαποκουκουλώνατεαποκουκουλώναν / αποκουκουλώνανε / αποκουκούλωναν
Αόριστοςαποκουκούλωσααποκουκούλωσεςαποκουκούλωσεαποκουκουλώσαμεαποκουκουλώσατεαποκουκουλώσαν / αποκουκουλώσανε / αποκουκούλωσαν
Μέλλονταςθα αποκουκουλώνω / θα αποκουκουλώσωθα αποκουκουλώνεις / θα αποκουκουλώσειςθα αποκουκουλώνει / θα αποκουκουλώσειθα αποκουκουλώνουμε / θα αποκουκουλώσουμεθα αποκουκουλώνετε / θα αποκουκουλώσετεθα αποκουκουλώνουν / θα αποκουκουλώνουνε / θα αποκουκουλώσουν / θα αποκουκουλώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποκουκουλώσειέχεις αποκουκουλώσειέχει αποκουκουλώσειέχουμε αποκουκουλώσειέχετε αποκουκουλώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποκουκουλώσειείχες αποκουκουλώσειείχε αποκουκουλώσειείχαμε αποκουκουλώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποκουκουλώσει / να αποκουκουλώνω / να αποκουκουλώσωνα έχεις αποκουκουλώσει / να αποκουκουλώνεις / να αποκουκουλώσειςνα έχει αποκουκουλώσει / να αποκουκουλώνει / να αποκουκουλώσεινα έχουμε αποκουκουλώσει / να αποκουκουλώνουμε / να αποκουκουλώσουμενα έχετε αποκουκουλώσει / να αποκουκουλώνετε / να αποκουκουλώσετενα αποκουκουλώνουν / να αποκουκουλώνουνε / να αποκουκουλώσουν / να αποκουκουλώσουνε
Προστακτική—αποκουκούλωνε / αποκουκούλωσε——αποκουκουλώνετε / αποκουκουλώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →