αποκτώ
•
- αρχίζω να κατέχω κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκτώ < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπoκτώ < ἀπό (απο-) + κτῶ < αρχαία ελληνική κτῶμαι. Διαφορετικό το ελληνιστικό ἀποκτῶμαι (χάνω την κατοχή)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκτάω / αποκτώ / αποκτώμαι | αποκτάς | αποκτά / αποκτάει | αποκτάμε / αποκτούμε | αποκτάτε | αποκτάν / αποκτάνε / αποκτούν / αποκτούνε |
| Παρατατικός | αποκτούσα / απόκταγα | αποκτούσες / απόκταγες | αποκτούσε / απόκταγε | αποκτάγαμε / αποκτούσαμε | αποκτάγατε / αποκτούσατε | αποκτάγανε / αποκτούσαν / αποκτούσανε / απόκταγαν |
| Αόριστος | απόκτησα | απόκτησες | απόκτησε | αποκτήσαμε | αποκτήσατε | — |
| Μέλλοντας | θα αποκτάω / θα αποκτήσω / θα αποκτώ / θα αποκτώμαι | θα αποκτάς / θα αποκτήσεις | θα αποκτά / θα αποκτάει / θα αποκτήσει | θα αποκτάμε / θα αποκτήσουμε / θα αποκτούμε | θα αποκτάτε / θα αποκτήσετε | θα αποκτάν / θα αποκτάνε / θα αποκτούν / θα αποκτούνε |
| Υποτακτική | να αποκτάω / να αποκτήσω / να αποκτώ / να αποκτώμαι | να αποκτάς / να αποκτήσεις | να αποκτά / να αποκτάει / να αποκτήσει | να αποκτάμε / να αποκτήσουμε / να αποκτούμε | να αποκτάτε / να αποκτήσετε | να αποκτάν / να αποκτάνε / να αποκτούν / να αποκτούνε |
| Προστακτική | — | απόκτα / απόκταγε / απόκτησε | — | — | αποκτάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποκτήθηκααποκτιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →