αποκόβω
•
- λαϊκότροποαπογαλακτίζω Βικιλεξικό
- κόβω κάτι τελείως, ολοκληρώνω του κόψιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκόβω < μεσαιωνική ελληνική αποκόβω < αρχαία ελληνική ἀποκόπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκόβω | αποκόβεις | αποκόβει | αποκόβουμε | αποκόβετε | αποκόβουν / αποκόβουνε |
| Παρατατικός | απέκοβα | απέκοβες | απέκοβε | αποκόβαμε | αποκόβατε | απέκοβαν / αποκόβαν / αποκόβανε |
| Αόριστος | απέκοψα | απέκοψες | απέκοψε | αποκόψαμε | αποκόψατε | απέκοψαν / αποκόψαν / αποκόψανε |
| Μέλλοντας | θα αποκόβω / θα αποκόψω | θα αποκόβεις / θα αποκόψεις | θα αποκόβει / θα αποκόψει | θα αποκόβουμε / θα αποκόψουμε | θα αποκόβετε / θα αποκόψετε | θα αποκόβουν / θα αποκόβουνε / θα αποκόψουν / θα αποκόψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκόψει | έχεις αποκόψει | έχει αποκόψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκόψει | είχες αποκόψει | είχε αποκόψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκόψει / να αποκόβω / να αποκόψω | να έχεις αποκόψει / να αποκόβεις / να αποκόψεις | να έχει αποκόψει / να αποκόβει / να αποκόψει | να αποκόβουμε / να αποκόψουμε | να αποκόβετε / να αποκόψετε | να αποκόβουν / να αποκόβουνε / να αποκόψουν / να αποκόψουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποκομμένο / απόκοβε / απόκοψε | — | — | αποκόβετε / αποκόψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →