αποκόπτομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος αποκόπτω Βικιλεξικό
- γραμματικήυφίσταμαι αποκοπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκόπτομαι: παθητική φωνή του ρήματος αποκόπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκόπτομαι | αποκόπτεσαι | αποκόπτεται | αποκοπτόμαστε | αποκόπτεστε | αποκόπτονται |
| Παρατατικός | αποκοπτόμουν / αποκοπτόμουνα | αποκοπτόσουν / αποκοπτόσουνα | αποκοπτόταν / αποκοπτότανε | αποκοπτόμασταν / αποκοπτόμαστε | αποκοπτόσασταν / αποκοπτόσαστε | αποκοπτόντουσαν / αποκόπτονταν |
| Αόριστος | αποκόπηκα | αποκόπηκες | αποκόπηκε | αποκοπήκαμε | αποκοπήκατε | αποκοπήκαν / αποκοπήκανε / αποκόπηκαν |
| Μέλλοντας | θα αποκοπώ / θα αποκόπτομαι | θα αποκοπείς / θα αποκόπτεσαι | θα αποκοπεί / θα αποκόπτεται | θα αποκοπούμε / θα αποκοπτόμαστε | θα αποκοπείτε / θα αποκόπτεστε | θα αποκοπούν / θα αποκοπούνε / θα αποκόπτονται |
| Παρακείμενος | έχω αποκοπεί | έχεις αποκοπεί | έχει αποκοπεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκοπεί | είχες αποκοπεί | είχε αποκοπεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκοπεί / να αποκοπώ / να αποκόπτομαι | να έχεις αποκοπεί / να αποκοπείς / να αποκόπτεσαι | να έχει αποκοπεί / να αποκοπεί / να αποκόπτεται | να αποκοπούμε / να αποκοπτόμαστε | να αποκοπείτε / να αποκόπτεστε | να αποκοπούν / να αποκοπούνε / να αποκόπτονται |
| Προστακτική | — | αποκόπτου / αποκόψου | — | — | αποκοπείτε / αποκόπτεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →