αποκόπτω
•
- κόβω κάτι χωρίζοντάς το απ’ το υπόλοιπο τμήμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάχωρίζω, αποχωρίζω Βικιλεξικό
- παθητικόαποκόπτομαι: υφίσταμαι αποκοπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκόπτω < αρχαία ελληνική ἀποκόπτω
Άλλοι τύποι
αποκόπτομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →