αποκύημα
•
- λόγιογέννημα, δημιούργημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκύημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποκύημα (τοκετός, γέννημα) < αρχαία ελληνική ἀποκυέω (γεννώ, τεκνοποιώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκύημα | αποκυήματα |
| Γενική | αποκυήματος | αποκυημάτων |
| Αιτιατική | αποκύημα | αποκυήματα |
| Κλητική | αποκύημα | αποκυήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →