Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολήγω

ρήμα
•
  1. καταλήγω Βικιλεξικό
    • μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)

Ετυμολογία

απολήγω < αρχαία ελληνική ἀπολήγω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →