απολαβή
•
- λήψη Βικιλεξικό
- όφελος, κέρδος Βικιλεξικό
- συνήθως στον πληθυντικό: απολαβέςαμοιβή, μισθός, αποδοχές Βικιλεξικό
- απόλαυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολαβή < μεσαιωνική ελληνική ἀπολαβή < αρχαία ελληνική ἀπολαμβάνω < ἀπό + λαμβάνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απολαβή | απολαβές |
| Γενική | απολαβής | απολαβών |
| Αιτιατική | απολαβή | απολαβές |
| Κλητική | απολαβή | απολαβές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →