απολακτίζω
•
- κλοτσώ κάτι μακριά, το διώχνω με κλοτσιές Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπορρίπτω κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολακτίζω < αρχαία ελληνική ἀπολακτίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απολακτίζω | απολακτίζεις | απολακτίζει | απολακτίζουμε | απολακτίζετε | απολακτίζουν / απολακτίζουνε |
| Παρατατικός | απολάκτιζα | απολάκτιζες | απολάκτιζε | απολακτίζαμε | απολακτίζατε | απολάκτιζαν / απολακτίζαν / απολακτίζανε |
| Αόριστος | απολάκτισα | απολάκτισες | απολάκτισε | απολακτίσαμε | απολακτίσατε | απολάκτισαν / απολακτίσαν / απολακτίσανε |
| Μέλλοντας | θα απολακτίζω / θα απολακτίσω | θα απολακτίζεις / θα απολακτίσεις | θα απολακτίζει / θα απολακτίσει | θα απολακτίζουμε / θα απολακτίσουμε | θα απολακτίζετε / θα απολακτίσετε | θα απολακτίζουν / θα απολακτίζουνε / θα απολακτίσουν / θα απολακτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απολακτίσει | έχεις απολακτίσει | έχει απολακτίσει | έχουμε απολακτίσει | έχετε απολακτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απολακτίσει | είχες απολακτίσει | είχε απολακτίσει | είχαμε απολακτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απολακτίσει / να απολακτίζω / να απολακτίσω | να έχεις απολακτίσει / να απολακτίζεις / να απολακτίσεις | να έχει απολακτίσει / να απολακτίζει / να απολακτίσει | να έχουμε απολακτίσει / να απολακτίζουμε / να απολακτίσουμε | να έχετε απολακτίσει / να απολακτίζετε / να απολακτίσετε | να απολακτίζουν / να απολακτίζουνε / να απολακτίσουν / να απολακτίσουνε |
| Προστακτική | — | απολάκτιζε / απολάκτισε | — | — | απολακτίζετε / απολακτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →