απολαυστικός
•
- που προσφέρει απόλαυση Βικιλεξικό
- Και επειδή όντως αυτή η εβδομάδα, ήταν πολύ κουραστική για όλους μας, σας έχω μια απολαυστική έκπληξη!» είπε με στόμφο ο Φοίβος. «Τι έκπληξη, αγάπη μας;» ρώτησαν και οι δύο απορημένες, με μία φωνή. «Εάν σας την πω, τι έκπληξη θα είναι;» διευκρίνισε χαμογελώντας ο Φοίβος! (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βουνό, 2024)
- Πεντανόστιμα ορεκτικά όπως λαχταριστούς πρασοκεφτέδες, αγιορείτικη μελιτζανοσαλάτα, τηγανιά, καβουρμά με αυγά και πιπεριές και -φυσικά- τα πιο απολαυστικά γιαπράκια! (Πρώτο Θέμα, 07/02/2024 https://www.protothema.gr/greece/article/1464035/akis-petretzikis-tin-kuriaki-sto-proto-thema-mageireuoume-kai-timame-tin-kouzina-tis-makedonias/)
Ετυμολογία
απολαυστικός < αρχαία ελληνική ἀπολαυστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολαυστικός | απολαυστική / απολαυστικη | απολαυστικο / απολαυστικό |
| Γενική | απολαυστικού | απολαυστικής | απολαυστικού |
| Αιτιατική | απολαυστικό | απολαυστική | απολαυστικό |
| Κλητική | απολαυστικέ | απολαυστική | απολαυστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολαυστικοί | απολαυστικές | απολαυστικά |
| Γενική | απολαυστικών | απολαυστικών | απολαυστικών |
| Αιτιατική | απολαυστικούς | απολαυστικές | απολαυστικά |
| Κλητική | απολαυστικοί | απολαυστικές | απολαυστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →