απολείπομαι
•
- λόγιομειονεκτώ Βικιλεξικό
- απρόσωπο απολείπεται: υπολείπεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολείπομαι < αρχαία ελληνική ἀπολείπομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
απολείπομαι < αρχαία ελληνική ἀπολείπομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →