Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολεστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πληροφορικήπου οδηγεί σε απώλεια πληροφορίας Βικιλεξικό
    • απολεστικός αλγόριθμος συμπίεσης
    • Ενώ υπάρχουν αρκετές δεκάδες αλγορίθμων για τη συμπίεση δεδομένων, όλοι τους χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: στους απολεστικούς αλγόριθμους, και τους μη απολεστικούς.

Ετυμολογία

απολεστικός< θέμα απολεσ- του απολλύω· νεολογισμός, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική lossy

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολεστικόςαπολεστικήαπολεστικό
Γενικήαπολεστικούαπολεστικήςαπολεστικού
Αιτιατικήαπολεστικόαπολεστικήαπολεστικό
Κλητικήαπολεστικέαπολεστικήαπολεστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολεστικοίαπολεστικέςαπολεστικά
Γενικήαπολεστικώναπολεστικώναπολεστικών
Αιτιατικήαπολεστικούςαπολεστικέςαπολεστικά
Κλητικήαπολεστικοίαπολεστικέςαπολεστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →