απολιθώνω
•
- κυριολεκτικάμετατρέπω κάτι που είναι οργανικό σε ανόργανο και σκληρό, σαν πέτρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφήνω κάποιον αποσβολωμένο και άναυδο, σαν πέτρα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαφήνω κάτι στάσιμο, απαρχαιωμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολιθώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπολιθόω / ἀπολιθῶ < ἀπό + λίθος (1,2: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pétrifier· 3. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fossiliser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απολιθώνω | απολιθώνεις | απολιθώνει | απολιθώνουμε | απολιθώνετε | απολιθώνουν / απολιθώνουνε |
| Παρατατικός | απολίθωνα | απολίθωνες | απολίθωνε | απολιθώναμε | απολιθώνατε | απολίθωναν / απολιθώναν / απολιθώνανε |
| Αόριστος | απολίθωσα | απολίθωσες | απολίθωσε | απολιθώσαμε | απολιθώσατε | απολίθωσαν / απολιθώσαν / απολιθώσανε |
| Μέλλοντας | θα απολιθώνω / θα απολιθώσω | θα απολιθώνεις / θα απολιθώσεις | θα απολιθώνει / θα απολιθώσει | θα απολιθώνουμε / θα απολιθώσουμε | θα απολιθώνετε / θα απολιθώσετε | θα απολιθώνουν / θα απολιθώνουνε / θα απολιθώσουν / θα απολιθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απολιθώσει | έχεις απολιθώσει | έχει απολιθώσει | έχουμε απολιθώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απολιθώσει | είχες απολιθώσει | είχε απολιθώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απολιθώσει / να απολιθώνω / να απολιθώσω | να έχεις απολιθώσει / να απολιθώνεις / να απολιθώσεις | να έχει απολιθώσει / να απολιθώνει / να απολιθώσει | να έχουμε απολιθώσει / να απολιθώνουμε / να απολιθώσουμε | να απολιθώνετε / να απολιθώσετε | να απολιθώνουν / να απολιθώνουνε / να απολιθώσουν / να απολιθώσουνε |
| Προστακτική | — | απολίθωνε / απολίθωσε | — | — | απολιθώνετε / απολιθώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απολιθώθηκααπολιθώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →