απολιπαντικός
•
- χημείαπου συντελεί / συμβάλλει στην απολίπανση Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαπολιπαντικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολιπαντικός < απολιπαίνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολιπαντικός | απολιπαντική | απολιπαντικό |
| Γενική | απολιπαντικού | απολιπαντικής | απολιπαντικού |
| Αιτιατική | απολιπαντικό | απολιπαντική | απολιπαντικό |
| Κλητική | απολιπαντικέ | απολιπαντική | απολιπαντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολιπαντικοί | απολιπαντικές | απολιπαντικά |
| Γενική | απολιπαντικών | απολιπαντικών | απολιπαντικών |
| Αιτιατική | απολιπαντικούς | απολιπαντικές | απολιπαντικά |
| Κλητική | απολιπαντικοί | απολιπαντικές | απολιπαντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →