απολιχνίζω
•
- ολοκληρώνω το λίχνισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολιχνίζω < απο- + λιχνίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απολιχνίζω | απολιχνίζεις | απολιχνίζει | απολιχνίζουμε | απολιχνίζετε | απολιχνίζουν / απολιχνίζουνε |
| Παρατατικός | απολίχνιζα | απολίχνιζες | απολίχνιζε | απολιχνίζαμε | απολιχνίζατε | απολίχνιζαν / απολιχνίζαν / απολιχνίζανε |
| Αόριστος | απολίχνισα | απολίχνισες | απολίχνισε | απολιχνίσαμε | απολιχνίσατε | απολίχνισαν / απολιχνίσαν / απολιχνίσανε |
| Μέλλοντας | θα απολιχνίζω / θα απολιχνίσω | θα απολιχνίζεις / θα απολιχνίσεις | θα απολιχνίζει / θα απολιχνίσει | θα απολιχνίζουμε / θα απολιχνίσουμε | θα απολιχνίζετε / θα απολιχνίσετε | θα απολιχνίζουν / θα απολιχνίζουνε / θα απολιχνίσουν / θα απολιχνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απολιχνίσει | έχεις απολιχνίσει | έχει απολιχνίσει | έχουμε απολιχνίσει | έχετε απολιχνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απολιχνίσει | είχες απολιχνίσει | είχε απολιχνίσει | είχαμε απολιχνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απολιχνίσει / να απολιχνίζω / να απολιχνίσω | να έχεις απολιχνίσει / να απολιχνίζεις / να απολιχνίσεις | να έχει απολιχνίσει / να απολιχνίζει / να απολιχνίσει | να έχουμε απολιχνίσει / να απολιχνίζουμε / να απολιχνίσουμε | να έχετε απολιχνίσει / να απολιχνίζετε / να απολιχνίσετε | να απολιχνίζουν / να απολιχνίζουνε / να απολιχνίσουν / να απολιχνίσουνε |
| Προστακτική | — | απολίχνιζε / απολίχνισε | — | — | απολιχνίζετε / απολιχνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →