Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολογήτρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. απολογητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολογήτρια < απολογητής + -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπολογήτριααπολογήτριες
Γενικήαπολογήτριαςαπολογητριών
Αιτιατικήαπολογήτριααπολογήτριες
Κλητικήαπολογήτριααπολογήτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →