Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολογισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η μεθοδική καταγραφή των λογαριασμών διαχειρίσεως Βικιλεξικό
  2. η έκθεση και δικαιολόγηση πράξεων για τις οποίες είναι κανείς υπεύθυνος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολογισμός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπολογισμόςαπολογισμοί
Γενικήαπολογισμούαπολογισμών
Αιτιατικήαπολογισμόαπολογισμούς
Κλητικήαπολογισμέαπολογισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →