Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολογούμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. ως ουσιαστικό ή επίθετοπου απολογείται Βικιλεξικό
  2. καθώς κάποιος απολογείται Βικιλεξικό
  3. να απολογείται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολογούμενος < μετοχή ενεστώτα του απολογούμαι

Άλλοι τύποι

απολογούμενααπολογούμενεαπολογούμενεςαπολογούμενηαπολογούμενηςαπολογούμενοαπολογούμενοιαπολογούμενοςαπολογούμενουαπολογούμενουςαπολογούμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →