απολογούμενος
•
- ως ουσιαστικό ή επίθετοπου απολογείται Βικιλεξικό
- καθώς κάποιος απολογείται Βικιλεξικό
- να απολογείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολογούμενος < μετοχή ενεστώτα του απολογούμαι
Άλλοι τύποι
απολογούμενααπολογούμενεαπολογούμενεςαπολογούμενηαπολογούμενηςαπολογούμενοαπολογούμενοιαπολογούμενοςαπολογούμενουαπολογούμενουςαπολογούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →