απολταριά
•
- ιδιωματικότο μέρος έξω από μια εκκλησία όπου μαζεύονται οι πιστοί μετά από κάποια ιερή ακολουθία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολταριά < απολύω + -ταριά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απολταριά | απολταριές |
| Γενική | απολταριάς | απολταριών |
| Αιτιατική | απολταριά | απολταριές |
| Κλητική | απολταριά | απολταριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →