απολυτήριο
•
- επίσημο αποδεικτικό κανονικής εκπλήρωσης και ολοκλήρωσης κάποιων υποχρεώσεων (σχολείου, σπουδών, στρατιωτικής θητείας κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολυτήριο < ουδέτερο του απολυτήριος < απολύω + -τήριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απολυτήριο | απολυτήρια |
| Γενική | απολυτήριου / απολυτηρίου | απολυτήριων / απολυτηρίων |
| Αιτιατική | απολυτήριο | απολυτήρια |
| Κλητική | απολυτήριο | απολυτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →