Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολωλός

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποάτομο που έχει ξεστρατίσει, που έχει χάσει τον ηθικό του προσανατολισμό, που έχει φύγει απ’ την οικογένεια Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποχαμένος Βικιλεξικό
  3. λαϊκότροποελαφρόμυαλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολωλός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπολωλός, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής ἀπολωλώς < αρχαία ελληνική ἀπόλλυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπολωλόςαπολωλότα
Γενικήαπολωλότοςαπολωλότων
Αιτιατικήαπολωλόςαπολωλότα
Κλητικήαπολωλόςαπολωλότα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →