απομάσσω
•
- λόγιοσκουπίζω, στεγνώνω χρησιμοποιώντας σφουγγάρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομάσσω < αρχαία ελληνική ἀπομάσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απομάσσω | απομάσσεις | απομάσσει | απομάσσουμε | απομάσσετε | απομάσσουν / απομάσσουνε |
| Παρατατικός | απέμασσα | απέμασσες | απέμασσε | απομάσσαμε | απομάσσατε | απέμασσαν / απομάσσαν / απομάσσανε |
| Αόριστος | απέμαξα | απέμαξες | απέμαξε | απομάξαμε | απομάξατε | απέμαξαν / απομάξαν / απομάξανε |
| Μέλλοντας | θα απομάξω / θα απομάσσω | θα απομάξεις / θα απομάσσεις | θα απομάξει / θα απομάσσει | θα απομάξουμε / θα απομάσσουμε | θα απομάξετε / θα απομάσσετε | θα απομάξουν / θα απομάξουνε / θα απομάσσουν / θα απομάσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απομάξει | έχεις απομάξει | έχει απομάξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απομάξει | είχες απομάξει | είχε απομάξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απομάξει / να απομάξω / να απομάσσω | να έχεις απομάξει / να απομάξεις / να απομάσσεις | να έχει απομάξει / να απομάξει / να απομάσσει | να απομάξουμε / να απομάσσουμε | να απομάξετε / να απομάσσετε | να απομάξουν / να απομάξουνε / να απομάσσουν / να απομάσσουνε |
| Προστακτική | — | έχε απομασμένο / απόμαξε / απόμασσε | — | — | απομάξτε / απομάσσετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →