απομάστευση
•
- μηχανολογίαη εξαγωγή ή απελευθέρωση ενός ρευστού (αέρα, υγρού) από ένα θερμοϋδραυλικό ταξινομημένο σύστημα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη λήψη δεδομένων από υπολογιστή ή ανάλογο σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομάστευση < μεσαιωνική ελληνική ἀπομαστεύω + -ση < αρχαία ελληνική μαστεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απομάστευση | απομαστεύσεις |
| Γενική | απομάστευσης | απομαστεύσεων |
| Αιτιατική | απομάστευση | απομαστεύσεις |
| Κλητική | απομάστευση | απομαστεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →