Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομάστευση

/a.poˈma.stef.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μηχανολογίαη εξαγωγή ή απελευθέρωση ενός ρευστού (αέρα, υγρού) από ένα θερμοϋδραυλικό ταξινομημένο σύστημα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη λήψη δεδομένων από υπολογιστή ή ανάλογο σύστημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απομάστευση < μεσαιωνική ελληνική ἀπομαστεύω + -ση < αρχαία ελληνική μαστεύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπομάστευσηαπομαστεύσεις
Γενικήαπομάστευσηςαπομαστεύσεων
Αιτιατικήαπομάστευσηαπομαστεύσεις
Κλητικήαπομάστευσηαπομαστεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →