Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομεσήμερο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το τέλος του μεσημεριού και η αρχή του απογεύματος· νωρίς το απόγευμα Βικιλεξικό
    • Θα'ρχεται σε μας στη σχόλη του, τ'απομεσήμερο του Σαββάτου - να νοικοκυρεύεται κομμάτι και να τρώει ένα πιάτο σπιτικό φαΐ (Χριστίνα Πουλίδου, Ανω Κάτω, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
    • Ο γυρολόγος φωτογράφος και ο πραματευτής ράγιζαν και αυτοί το γυαλί της ησυχίας του απομεσήμερου. Το ντιαλαλητό τους αντιπροσώπευε τη διμούτσουνη ουσία της ζωής, το κλάμα και το γέλιο. (Παναγιώτης Κουσαθανάς, Είναι και πράγματα βουβά, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 16)

Ετυμολογία

απομεσήμερο < απο- + μεσημέρ(ι) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπομεσήμεροαπομεσήμερα
Γενικήαπομεσήμερουαπομεσήμερων
Αιτιατικήαπομεσήμεροαπομεσήμερα
Κλητικήαπομεσήμεροαπομεσήμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →