απομετάλλωση
•
- η αφαίρεση ή ο καθαρισμός στρώσεων επιμετάλλωσης από αντικείμενα Βικιλεξικό
- η αφαίρεση ή η έλλειψη μετάλλων (μαγνήσιο, ασβέστιο, σίδηρος, κάλιο, ψευδάργυρος κ.ά.) από κάποιον οργανισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομετάλλωση < απο- + μετάλλωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απομετάλλωση | απομεταλλώσεις |
| Γενική | απομετάλλωσης | απομεταλλώσεων |
| Αιτιατική | απομετάλλωση | απομεταλλώσεις |
| Κλητική | απομετάλλωση | απομεταλλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →