Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομνημονευματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα απομνημονεύματα ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απομνημονευματικός < απομνημόνευμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπομνημονευματικόςαπομνημονευματικήαπομνημονευματικό
Γενικήαπομνημονευματικούαπομνημονευματικήςαπομνημονευματικού
Αιτιατικήαπομνημονευματικόαπομνημονευματικήαπομνημονευματικό
Κλητικήαπομνημονευματικέαπομνημονευματικήαπομνημονευματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπομνημονευματικοίαπομνημονευματικέςαπομνημονευματικά
Γενικήαπομνημονευματικώναπομνημονευματικώναπομνημονευματικών
Αιτιατικήαπομνημονευματικούςαπομνημονευματικέςαπομνημονευματικά
Κλητικήαπομνημονευματικοίαπομνημονευματικέςαπομνημονευματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →