απομουρλαίνω
•
- αποτρελαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομουρλαίνω < απο- + μουρλαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απομουρλαίνω | απομουρλαίνεις | απομουρλαίνει | απομουρλαίνουμε | απομουρλαίνετε | απομουρλαίνουν / απομουρλαίνουνε |
| Παρατατικός | απομούρλαινα | απομούρλαινες | απομούρλαινε | απομουρλαίναμε | απομουρλαίνατε | απομουρλαίναν / απομουρλαίνανε / απομούρλαιναν |
| Αόριστος | απομούρλανα | απομούρλανες | απομούρλανε | απομουρλάναμε | απομουρλάνατε | απομουρλάναν / απομουρλάνανε / απομούρλαναν |
| Μέλλοντας | θα απομουρλάνω / θα απομουρλαίνω | θα απομουρλάνεις / θα απομουρλαίνεις | θα απομουρλάνει / θα απομουρλαίνει | θα απομουρλάνουμε / θα απομουρλαίνουμε | θα απομουρλάνετε / θα απομουρλαίνετε | θα απομουρλάνουν / θα απομουρλάνουνε / θα απομουρλαίνουν / θα απομουρλαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω απομουρλάνει | έχεις απομουρλάνει | έχει απομουρλάνει | έχουμε απομουρλάνει | έχετε απομουρλάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απομουρλάνει | είχες απομουρλάνει | είχε απομουρλάνει | είχαμε απομουρλάνει | είχατε απομουρλάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω απομουρλάνει / να απομουρλάνω / να απομουρλαίνω | να έχεις απομουρλάνει / να απομουρλάνεις / να απομουρλαίνεις | να έχει απομουρλάνει / να απομουρλάνει / να απομουρλαίνει | να έχουμε απομουρλάνει / να απομουρλάνουμε / να απομουρλαίνουμε | να έχετε απομουρλάνει / να απομουρλάνετε / να απομουρλαίνετε | να απομουρλάνουν / να απομουρλάνουνε / να απομουρλαίνουν / να απομουρλαίνουνε |
| Προστακτική | — | απομούρλαινε / απομούρλανε | — | — | απομουρλάνετε / απομουρλαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →