Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απομωραίνω

ρήμα
•
  1. αποβλακώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απομωραίνω < μεσαιωνική ελληνική απομωραίνω < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπομωραίνωαπομωραίνειςαπομωραίνειαπομωραίνουμεαπομωραίνετεαπομωραίνουν / απομωραίνουνε
Παρατατικόςαπομώραινααπομώραινεςαπομώραινεαπομωραίναμεαπομωραίνατεαπομωραίναν / απομωραίνανε / απομώραιναν
Αόριστοςαπομώρανααπομώρανεςαπομώρανεαπομωράναμεαπομωράνατεαπομωράναν / απομωράνανε / απομώραναν
Μέλλονταςθα απομωράνω / θα απομωραίνωθα απομωράνεις / θα απομωραίνειςθα απομωράνει / θα απομωραίνειθα απομωράνουμε / θα απομωραίνουμεθα απομωράνετε / θα απομωραίνετεθα απομωράνουν / θα απομωράνουνε / θα απομωραίνουν / θα απομωραίνουνε
Παρακείμενοςέχω απομωράνειέχεις απομωράνειέχει απομωράνειέχουμε απομωράνειέχετε απομωράνει—
Υπερσυντέλικοςείχα απομωράνειείχες απομωράνειείχε απομωράνειείχαμε απομωράνειείχατε απομωράνει—
Υποτακτικήνα έχω απομωράνει / να απομωράνω / να απομωραίνωνα έχεις απομωράνει / να απομωράνεις / να απομωραίνειςνα έχει απομωράνει / να απομωράνει / να απομωραίνεινα έχουμε απομωράνει / να απομωράνουμε / να απομωραίνουμενα έχετε απομωράνει / να απομωράνετε / να απομωραίνετενα απομωράνουν / να απομωράνουνε / να απομωραίνουν / να απομωραίνουνε
Προστακτική—απομώραινε / απομώρανε——απομωράνετε / απομωραίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →