απομωραίνω
•
- αποβλακώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απομωραίνω < μεσαιωνική ελληνική απομωραίνω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απομωραίνω | απομωραίνεις | απομωραίνει | απομωραίνουμε | απομωραίνετε | απομωραίνουν / απομωραίνουνε |
| Παρατατικός | απομώραινα | απομώραινες | απομώραινε | απομωραίναμε | απομωραίνατε | απομωραίναν / απομωραίνανε / απομώραιναν |
| Αόριστος | απομώρανα | απομώρανες | απομώρανε | απομωράναμε | απομωράνατε | απομωράναν / απομωράνανε / απομώραναν |
| Μέλλοντας | θα απομωράνω / θα απομωραίνω | θα απομωράνεις / θα απομωραίνεις | θα απομωράνει / θα απομωραίνει | θα απομωράνουμε / θα απομωραίνουμε | θα απομωράνετε / θα απομωραίνετε | θα απομωράνουν / θα απομωράνουνε / θα απομωραίνουν / θα απομωραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω απομωράνει | έχεις απομωράνει | έχει απομωράνει | έχουμε απομωράνει | έχετε απομωράνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απομωράνει | είχες απομωράνει | είχε απομωράνει | είχαμε απομωράνει | είχατε απομωράνει | — |
| Υποτακτική | να έχω απομωράνει / να απομωράνω / να απομωραίνω | να έχεις απομωράνει / να απομωράνεις / να απομωραίνεις | να έχει απομωράνει / να απομωράνει / να απομωραίνει | να έχουμε απομωράνει / να απομωράνουμε / να απομωραίνουμε | να έχετε απομωράνει / να απομωράνετε / να απομωραίνετε | να απομωράνουν / να απομωράνουνε / να απομωραίνουν / να απομωραίνουνε |
| Προστακτική | — | απομώραινε / απομώρανε | — | — | απομωράνετε / απομωραίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →