απονεκρωμένος
•
- που έχει απονεκρωθεί ή αναισθητοιηθεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει πέσει σε ηθικό ή οικονομικό μαρασμό, σε παρακμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απονεκρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου απονεκρώνω
Άλλοι τύποι
απονεκρωμένααπονεκρωμένεαπονεκρωμένεςαπονεκρωμένηαπονεκρωμένηςαπονεκρωμένοαπονεκρωμένοιαπονεκρωμένοςαπονεκρωμένουαπονεκρωμένουςαπονεκρωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →