Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απονεκρωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει απονεκρωθεί ή αναισθητοιηθεί Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου έχει πέσει σε ηθικό ή οικονομικό μαρασμό, σε παρακμή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απονεκρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου απονεκρώνω

Άλλοι τύποι

απονεκρωμένααπονεκρωμένεαπονεκρωμένεςαπονεκρωμένηαπονεκρωμένηςαπονεκρωμένοαπονεκρωμένοιαπονεκρωμένοςαπονεκρωμένουαπονεκρωμένουςαπονεκρωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →